λογοθεραπεία κατοίκον

Η γλωσσική ικανότητα των παιδιών τυπικής ανάπτυξης εμφανίζεται περίπου κατά την συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας τους, με την παραγωγή των πρώτων λέξεων. Γύρω στους 18 μήνες αυξάνεται σημαντικά το λεξιλόγιο τους και πριν την ηλικία των ηλικία των 2 ετών αρχίζουν να συνδυάζουν λέξεις και να παράγουν εκφωνήματα με περισσότερες από μία λέξεις. Για τα περισσότερα παιδιά, λοιπόν η προφορική γλώσσα αναπτύσσεται γρήγορα και αβίαστα, μέσα από την έκθεση τους σε γλωσσικά ερεθίσματα από το οικείο περιβάλλον τους. (Clark,2000). Ωστόσο, για ένα μικρό ποσοστό παιδιών, η ομιλία δεν ξεκινά την προκαθορισμένη στιγμή και η κατάκτηση της γλώσσας αποδεικνύεται μια δύσκολη διαδικασία.

Ορισμός

Η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή(ΕΔΓ) ή SLI(από τον αγγλικό ορισμό «Specific Language Impairement») είναι μια διαταραχή που επηρεάζει την ανάπτυξη του προφορικού λόγου στα παιδιά, παρουσιάζεται από τα πρώτα στάδια κατάκτησης της γλώσσας με τη μορφή καθυστέρησης ή/και απόκλισης στη γλωσσική ανάπτυξη. Προκειμένου να διαγνωστεί η ΕΓΔ θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες διαταραχές όπως η νοητική υστέρηση, οι νευρολογικές βλάβες, τα προβλήματα ακοής, οι κινητικές διαταραχές και ο αυτισμός.  Η ΕΓΔ είναι παρούσα σε όλη τη διάρκεια της γλωσσικής εξέλιξης του παιδιού και παρουσιάζεται με ελλείμματα σε μερικούς ή σε όλους τους τομείς της γλώσσας. Αξίζει να τονισθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις παιδιών ενδέχεται να  ξεπεραστεί μετά την ηλικία των πέντε (Bishop, & Edmundson, 1987).

 

Τύποι της ΕΓΔ

Σύμφωνα με την Bishop(1997), η ΕΓΔ διακρίνεται σε εκφραστική, κατά την οποία επηρεάζεται η εκφραστική ικανότητα και σε αντιληπτική κατά την οποία επηρεάζεται η ικανότητα αντίληψης.

Υπάρχει περίπτωση ένα παιδί να παρουσιάζει ελλείμματα τόσο στην παραγωγή/έκφραση, όσο και στην κατανόηση.

Αιτιολογία

Δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως τα αίτια που οδηγούν στην εκδήλωση της διαταραχής. Διάφορες μελέτες υποδεικνύουν ότι υπάρχει μια εγκεφαλική ασυμμετρία στα παιδιά με ΕΓΔ.(Dick, Richardson & Saccuman, 2008). Με τη χρήση της μαγνητικής τομογραφίας, εντοπίζονται ανωμαλίες στο αριστερό ημισφαίριο που πιθανόν να δυσχεραίνουν την γλωσσική ανάπτυξη.

Επιπροσθέτως, ένας από τους παράγοντες που ενοχοποιείται για την εμφάνιση της διαταραχής είναι το φύλο. Όπως και σε άλλες διαταραχές τα αγόρια έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν ΕΓΔ, γεγονός που μπορεί να οφείλεται στη τεστοστερόνη που καθυστερεί την ανάπτυξη του αριστερού ημισφαιρίου στον εγκέφαλο κατά την εγκυμοσύνη.

Τελευταίες έρευνες υποστηρίζουν ότι υπάρχει γονιδιακή εμπλοκή. Οικογένειες που αποτελούνται από ένα μέλος με ΕΓΔ, τίθενται σε μεγαλύτερο κίνδυνο από ότι οικογένειες που δεν έχουν κάποιο μέλος με ΕΓΔ. Στη περίπτωση των μονοζυγωτικών διδύμων υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες για την εμφάνιση ή όχι κάποιου χαρακτηριστικού της διαταραχής, μεταξύ των δυο ατόμων καθώς μοιράζονται το ίδιο γονίδιο.

Τέλος, σύμφωνα με μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε μια οικογένεια που ζούσε στο Λονδίνο της Αγγλιάς, φαίνεται ότι η διαταραχή οφείλεται σε ένα γονίδιο, το FOXP2, το οποίο επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφαλικού συστήματος που είναι υπεύθυνο για τη γλώσσα και το λόγο. (Bishop,2006).

 

Ποια είναι τα γλωσσικά χαρακτηριστικά των παιδιών με ΕΓΔ;

Οι δυσκολίες που εμφανίζουν τα παιδιά με ΕΓΔ σχετίζονται τόσο με την κατανόηση, όσο και με την έκφραση του λόγου. Όπως προαναφέρθηκε, η διαταραχή εκδηλώνεται με ελλείμματα σε όλους τους τομείς της γλώσσας όπως είναι η φωνολογία, η μορφοσύνταξη, η σημασιολογία και η πραγματολογία.

  • Φωνολογία: Το παιδί δεν κατακτά ορισμένα φωνήματα, παρουσιάζοντας λανθασμένη αρθρωτική τοποθέτηση κατά την εκφορά τους ή πραγματοποιεί αντικαταστάσεις, παραλείψεις κ.α. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η ομιλία του παιδιού να θεωρείται ακατάληπτη και να μην γίνεται αντιληπτή από τον συνομιλητή του.

  • Μορφολογία και Σύνταξη: Το παιδί χρησιμοποιεί προτάσεις απλής δομής που έχουν την μορφή Υ-Ρ-Α ενώ παραλείπει άρθρα, προθέσεις, προσδιορισμούς ή συνδέσμους. Επιπλέον, εμφανίζει δυσκολία στην χρήση και την κατανόηση των χρόνων όπως και στη σωστή χρήση των καταλήξεων για την παραγωγή ουσιαστικών και ρημάτων.

  • Σημασιολογία: Το ενεργητικό και παθητικό λεξιλόγιο του παιδιού με ΕΓΔ είναι περιορισμένο συγκριτικά με το ηλικιακό του επίπεδο. Χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στην ανάκληση των λέξεων καθώς και την κατανόηση αφηρημένων εννοιών, μεταφορών και παρομοιώσεων. Συχνά, παρουσιάζει μειωμένη ικανότητα για συμβολική και αφαιρετική σκέψη ενώ συγχέει τις λέξεις που έχουν παρόμοια σημασία.

  • Πραγματολογία: Σε πραγματολογικό επίπεδο, τα παιδιά με ΕΓΔ δυσκολεύονται να διατηρήσουν το θέμα μιας συζήτησης ή να μεταβούν ομαλά σε ένα καινούργιο θέμα. Επιπλέον, παρατηρείται περιορισμένη ικανότητα να ζητάνε και να δίνουν διευκρινίσεις αλλά και να αξιολογούν το πλαίσιο μιας συζήτησης. Τα παιδιά με ΕΓΔ δυσκολεύονται να συσχετίσουν πληροφορίες μιας ιστορίας με ένα θέμα, να τις αναλύσουν και να αντιληφθούν την πλοκή της ιστορίας (Marton & Schwartz, 2003). Ακόμα, αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην κατανόηση του μεταφορικού λόγου, όπως είναι το χιούμορ, οι παρομοιώσεις και οι μεταφορές και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αδυνατούν να επεξεργαστούν μηνύματα σε ένα μη κυριολεκτικό πλαίσιο και να ερμηνεύουν ιστορίες με συμβολικό χαρακτήρα (μύθος).

Ποία είναι τα μη γλωσσικά χαρακτηριστικά των παιδιών  με ΕΔΓ;

Συχνά, τα παιδιά με ΕΓΔ έχουν χαμηλές επιδόσεις σε δραστηριότητες ακουστικής ή οπτικής μνήμης. Δεν συγκρατούν καινούργιες πληροφορίες ενώ χαρακτηρίζονται από ελλείμματα στην οπτική αντίληψη και στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών.

Πολλές φορές τα παιδιά αυτά, εμφανίζουν ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα καθώς βιώνουν αισθήματα κατωτερότητας και ματαίωσης από τους γονείς, τους φίλους ή ακόμη και τους εκπαιδευτικούς. Εξαιτίας της δυσκολίας τους στην χρήση της γλώσσας αποσύρονται από τη συζήτηση και διακατέχονται από αισθήματα μειονεξίας, καταφεύγοντας  έτσι στην απομόνωση. Πλήθος ερευνών έχει καταδείξει τα χαμηλά επίπεδα κοινωνικής επάρκειας και τις φτωχές κοινωνικές δεξιότητες παιδιών με ΕΓΔ.

Επιπλέον, είναι πολύ πιθανό να παρουσιάσουν προβλήματα συμπεριφοράς σε σύγκριση με τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης.  Εξωτερικευμένα προβλήματα συμπεριφοράς, όπως είναι η επιθετικότητα, η παρορμητικότητα  και η ανυπακοή, παρατηρούνται πιο συχνά σε παιδιά με ΕΓΔ, προσχολικής και σχολικής ηλικίας.

Σύμφωνα λοιπόν, με τα παραπάνω είναι απαραίτητη η έγκαιρη διάγνωση  και η δημιουργία ενός εξατομικευμένου θεραπευτικού από τον λογοθεραπευτή που θα στοχεύει στην ειδικές δυσκολίες που παρουσιάζει το κάθε παιδί με ΕΓΔ. Σε κάποιες περιπτώσεις παιδιών, κρίνεται αναγκαία η παρέμβαση από μια διεπιστημονική ομάδα, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση είναι η υποστήριξη του οικείου περιβάλλοντος του παιδιού.

Written by 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *